
Μια συμφωνία που εκτόνωσε την ένταση και «πάγωσε» τις κινητοποιήσεις φαίνεται πως ανοίγει τον δρόμο για εκτεταμένες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των λαϊκών αγορών. Η συνάντηση εκπροσώπων των επαγγελματιών με τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, έδωσε –σύμφωνα με τους ανθρώπους του κλάδου– την αίσθηση ότι οι εκκρεμότητες που είχαν συσσωρευτεί θα κλείσουν οριστικά, με το υπουργείο να στρέφει πλέον το βάρος στον εκσυγχρονισμό του μοντέλου και στην απομάκρυνση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων που ταλαιπωρούν παραγωγούς και επαγγελματίες. Παράλληλα, έχει ήδη κλειδώσει το επόμενο «ραντεβού» της διαπραγμάτευσης σε οικονομικό επίπεδο: προγραμματίστηκαν δύο συναντήσεις με τον υπουργό Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, με βασικά θέματα τα όρια του τεκμαρτού εισοδήματος και αλλαγές στη λειτουργία του δελτίου ηλεκτρονικών πληρωμών. Για τους ανθρώπους των λαϊκών, αυτά τα ζητήματα θεωρούνται κομβικά, καθώς αφορούν άμεσα το φορολογικό αποτύπωμα μιας δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, διακυμάνσεις στην παραγωγή και καθημερινό κόστος μετακίνησης και λειτουργίας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ οι λαϊκές αγορές συζητούνται συχνά μέσα από τη σκοπιά των αντιπαραθέσεων, τα στοιχεία καταναλωτικής συμπεριφοράς δείχνουν πως παραμένουν ένας από τους πιο ισχυρούς θεσμούς της καθημερινότητας, ειδικά στην Αττική. Έρευνα που παρουσιάστηκε από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών αποτυπώνει ότι η ποιότητα των φρέσκων προϊόντων και οι τιμές είναι οι δύο βασικοί λόγοι που μεγάλος αριθμός καταναλωτών συνεχίζει να τις προτιμά. Στο λεκανοπέδιο λειτουργούν 271 λαϊκές αγορές, τις οποίες φαίνεται να επιλέγει ως βασική πηγή αγορών σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Αττικής, ενώ ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό συνδυάζει λαϊκή και σούπερ μάρκετ στην εβδομαδιαία του προμήθεια. Η πλειονότητα των καταναλωτών κατευθύνεται πρωτίστως σε φρούτα και λαχανικά, αλλά σημαντική μερίδα αγοράζει και άλλα είδη –από αυγά, μέλι και ξηρούς καρπούς έως ψάρια και προϊόντα καθημερινής χρήσης.
Η ίδια έρευνα καταγράφει, πάντως, και τα «αδύναμα σημεία» που αποτελούν χρόνια παράπονα: το πρόβλημα στάθμευσης, ζητήματα ασφάλειας του περιβάλλοντος γύρω από την αγορά και η καθαριότητα. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η ικανοποίηση των καταναλωτών εμφανίζεται υψηλή: η μεγάλη πλειονότητα δηλώνει αρκετά ικανοποιημένη από προϊόντα και τιμές, στοιχείο που εξηγεί γιατί οι λαϊκές αντέχουν, ακόμη και σε περιόδους έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Μετά την αναστολή των κινητοποιήσεων, το στοίχημα για την κυβέρνηση είναι διπλό: από τη μία να προχωρήσει γρήγορα στις θεσμικές και ψηφιακές παρεμβάσεις χωρίς να χαθεί χρόνος στην εφαρμογή, και από την άλλη να πείσει ότι ο «εκσυγχρονισμός» δεν θα είναι μόνο πλατφόρμες και κληρώσεις, αλλά και ουσιαστική θωράκιση ενός κλάδου που κινείται ανάμεσα στην παραγωγή, τη μικροεπιχειρηματικότητα και την κοινωνική ανάγκη για προσιτά τρόφιμα. Για τους ανθρώπους των λαϊκών, το πραγματικό αποτέλεσμα θα φανεί όχι στα κείμενα των ρυθμίσεων, αλλά στη μέρα-με-τη-μέρα λειτουργία: στο αν θα μειωθεί η γραφειοκρατία, αν θα υπάρξει δικαιότερη κατανομή θέσεων, αν θα συγκρατηθούν τα κόστη και αν το πλαίσιο θα τους επιτρέψει να δουλεύουν χωρίς την αίσθηση ότι κάθε σεζόν ξεκινούν από την αρχή.


