
Οι αφίξεις γεμίζουν τα δελτία, αλλά οι διανυκτερεύσεις αδειάζουν την πραγματική εικόνα του τουρισμού. Η Ελλάδα υποδέχεται περισσότερους ταξιδιώτες από ποτέ, όμως αυτοί μένουν αισθητά λιγότερο. Και αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζονται οι επιδόσεις του κλάδου.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι μέσα σε μία δεκαετία η μέση διάρκεια παραμονής των επισκεπτών έχει σχεδόν κοπεί στη μέση. Από τις περίπου 10,5 διανυκτερεύσεις ανά ταξιδιώτη πριν από δέκα χρόνια, η παραμονή έχει υποχωρήσει σήμερα κοντά στις 5,6 ημέρες. Έτσι, η άνοδος των αφίξεων από τα 23 εκατ. το 2015 σε περίπου 43 εκατ. το 2025 δεν λέει από μόνη της όλη την αλήθεια.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν συνυπολογιστεί η μεγάλη στροφή προς τα υψηλότερης κατηγορίας καταλύματα. Τα ξενοδοχεία 4 και 5 αστέρων έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ενώ οι επενδύσεις για ανακαινίσεις και επεκτάσεις ξενοδοχειακών μονάδων έφτασαν το 1,5 δισ. ευρώ το 2025. Πρόκειται για ποσό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το 2022, γεγονός που δείχνει έντονη αναβάθμιση του προϊόντος φιλοξενίας.
Την ίδια ώρα, ο κλάδος αντιμετωπίζει σοβαρή πίεση στην απασχόληση. Παρότι η φιλοξενία απορρόφησε άμεσα πάνω από 225.000 εργαζόμενους το 2025, οι κενές θέσεις ξεπερνούν τις 36.000. Η έλλειψη προσωπικού επηρεάζει την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, ειδικά σε περιόδους αιχμής.
Ο τζίρος αυξήθηκε στα 12,5 δισ. ευρώ το 2025, από 11,5 δισ. ευρώ το 2024, με άνοδο 8,7%. Ωστόσο, μέρος αυτής της αύξησης συνδέεται με τις ανατιμήσεις των τελευταίων ετών και όχι μόνο με πραγματική επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας.
Για το πρώτο πεντάμηνο του 2026, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν ουσιαστική διαφοροποίηση σε πληρότητες και τιμές σε σχέση με πέρυσι. Η αβεβαιότητα από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, δυσκολεύοντας τον προγραμματισμό των επαγγελματιών. Ο τουρισμός παραμένει ισχυρός, αλλά οι αριθμοί χρειάζονται πιο προσεκτική ανάγνωση.
