
Σε φάση προχωρημένων διαβουλεύσεων βρίσκεται η ανάπτυξη ενός δικτύου μακροχρόνιων συμφωνιών προμήθειας φυσικού αερίου μέσω της Ελλάδας προς χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως βασικού ενεργειακού κόμβου στην περιοχή.
Σύμφωνα με πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στο περιθώριο εκδήλωσης της Atlantic See, έχουν ήδη δρομολογηθεί επαφές με τουλάχιστον έξι χώρες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις έχουν υπογραφεί προκαταρκτικές συμφωνίες συνεργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ενδιαφέρον για συμμετοχή στο εγχείρημα έχουν εκδηλώσει η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Μολδαβία, η Ουκρανία, η Ουγγαρία και η Βόρεια Μακεδονία. Για την τελευταία, καθοριστικής σημασίας θεωρείται η ολοκλήρωση του νέου διασυνδετήριου αγωγού με την Ελλάδα, η οποία προγραμματίζεται για το 2027. Παράλληλα, οι συμφωνίες συνεργασίας που έχουν ήδη συναφθεί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουκρανία εκτιμάται ότι θα μετατραπούν σε δεσμευτικές εμπορικές συμβάσεις μέχρι το τέλος του έτους, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ.
Οι πρωτοβουλίες αυτές συνδέονται άμεσα με την προώθηση του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου, ενός σχεδίου που αποσκοπεί στην τροφοδοσία των χωρών της περιοχής με υγροποιημένο φυσικό αέριο που εισάγεται μέσω των ελληνικών υποδομών επαναεριοποίησης. Οι εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης αποτελούν τους βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής, προσφέροντας εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιδιώκει να μειώσει περαιτέρω την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις συμφωνίες που έχουν ήδη ανακοινωθεί με την Αλβανία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, οι οποίες θεωρούνται πρωτοποριακές για τα δεδομένα της περιοχής. Πρόκειται για συμβάσεις διάρκειας 20 ετών, με έναρξη το 2030, που προβλέπουν την προμήθεια συνολικά 1,5 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως από αμερικανικές πηγές. Η συμφωνία συνοδεύεται από μηχανισμούς διασφάλισης πληρωμών και σταθερότητας εφοδιασμού, χαρακτηριστικά που θεωρούνται κρίσιμα για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια των συμμετεχουσών χωρών.
Την ίδια στιγμή, παράγοντες της αγοράς παρακολουθούν με προσοχή τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη ενόψει του επόμενου χειμώνα. Η σταδιακή απομάκρυνση του ρωσικού φυσικού αερίου από την ευρωπαϊκή αγορά, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή στις εξαγωγικές δυνατότητες βασικών προμηθευτών, δημιουργούν ανησυχίες για πιθανή στενότητα προσφοράς σε ορισμένες αγορές της Ευρώπης.
Στην ελληνική αγορά, ωστόσο, επικρατεί μεγαλύτερη αισιοδοξία ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού. Η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, οι υφιστάμενες συμβάσεις μέσω αγωγών και η δυνατότητα εισαγωγής φορτίων LNG προσφέρουν αυξημένη ευελιξία στο σύστημα. Επιπλέον, η αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συμβάλλει στη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.
Παρά την επάρκεια εφοδιασμού, στελέχη της αγοράς δεν αποκλείουν την εμφάνιση ανοδικών πιέσεων στις τιμές κατά τη χειμερινή περίοδο, καθώς η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί και ο ανταγωνισμός για διαθέσιμες ποσότητες LNG να παραμείνει ισχυρός σε διεθνές επίπεδο.
Παράλληλα, προσδοκίες δημιουργεί και η επικείμενη δημοπρασία για τη δέσμευση δυναμικότητας μεταφοράς φυσικού αερίου προς τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η μείωση των τελών διαμετακόμισης και η αυξανόμενη ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού ενισχύουν το ενδιαφέρον των χωρών της περιοχής, γεγονός που θα μπορούσε να ενδυναμώσει περαιτέρω τη θέση της Ελλάδας στον περιφερειακό ενεργειακό χάρτη.


