Στη στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης για τη δραστική μείωση του δημόσιου χρέους και τη θωράκιση της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικούς κινδύνους αναφέρεται εκτενές δημοσίευμα της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, εστιάζοντας στις πρωτοβουλίες του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ελλάδα προχωρά σε νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 6,95 δισ. ευρώ που προέρχονται από το πρώτο πακέτο στήριξης της περιόδου της κρίσης. Πρόκειται για δάνεια τα οποία κανονικά θα αποπληρώνονταν τα επόμενα χρόνια, όμως η κυβέρνηση επιλέγει να τα εξοφλήσει νωρίτερα αξιοποιώντας ταμειακά διαθέσιμα και δημοσιονομικά πλεονάσματα. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο εξομάλυνσης του προφίλ αποπληρωμών του ελληνικού χρέους, με στόχο να περιοριστούν οι χρηματοδοτικές πιέσεις που αναμένεται να εμφανιστούν μετά το 2033.
Όπως σημειώνει η γερμανική εφημερίδα, από το 2022 η Ελλάδα έχει ήδη αποπληρώσει πρόωρα σημαντικό μέρος των δανείων του πρώτου μνημονίου, ενώ ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχει θέσει ως στόχο την πλήρη εξόφληση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων έως το 2031, δέκα χρόνια νωρίτερα από την προβλεπόμενη λήξη τους. Η Handelsblatt επισημαίνει ότι η Γερμανία, ως ο μεγαλύτερος πιστωτής της περιόδου εκείνης, συγκαταλέγεται στους βασικούς ωφελημένους των πρόωρων αποπληρωμών, καθώς λαμβάνει πίσω σημαντικά ποσά νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι η στρατηγική αυτή θα οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση τόκων τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η εφημερίδα, το συνολικό όφελος μπορεί να προσεγγίσει τα 795 εκατ. ευρώ, ενώ μόνο η τρέχουσα αποπληρωμή αναμένεται να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ.
Στο δημοσίευμα υπογραμμίζεται επίσης ότι η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει εντυπωσιακή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Από το 146,1% που βρισκόταν το 2025, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 136,8% έως το τέλος του 2026, εξέλιξη που ενδέχεται να οδηγήσει στο να πάψει η Ελλάδα να κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το υψηλότερο δημόσιο χρέος. Η προσπάθεια αυτή συνδέεται άμεσα και με τη βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σταθερή αποκλιμάκωση του χρέους ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές και στους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν επαναφέρει τη χώρα στην επενδυτική βαθμίδα.

Ωστόσο, η Handelsblatt επισημαίνει ότι η πραγματική δοκιμασία για την ελληνική οικονομία θα ξεκινήσει μετά το 2032. Την 1η Ιανουαρίου 2033 λήγει η περίοδος αναστολής πληρωμών που είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο του δεύτερου προγράμματος διάσωσης, ύψους περίπου 96 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι από εκείνο το σημείο και μετά οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους θα αυξηθούν αισθητά, καθώς θα αρχίσουν να καταβάλλονται υποχρεώσεις που είχαν μετατεθεί για αργότερα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της περιόδου 2033-2038 ενδέχεται να φθάσουν συνολικά τα 77 δισ. ευρώ.
Για τον λόγο αυτό, το οικονομικό επιτελείο επιδιώκει ήδη από σήμερα να μειώσει τις μελλοντικές πιέσεις, αποπληρώνοντας πρόωρα δάνεια που λήγουν μέσα στην κρίσιμη αυτή περίοδο. Παράλληλα, εξετάζονται και σενάρια πρόωρης αποπληρωμής μέρους των δανείων του δεύτερου πακέτου στήριξης, αν και μια τέτοια διαδικασία θεωρείται πιο σύνθετη, καθώς απαιτεί συνεννόηση με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Η γερμανική εφημερίδα καταλήγει σημειώνοντας ότι η Ευρωζώνη έχει ήδη προβλέψει μηχανισμούς ασφαλείας για την περίπτωση που η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους τεθεί εκ νέου υπό πίεση. Το 2032 αναμένεται νέα συνολική αξιολόγηση της πορείας του χρέους από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η οποία θα κρίνει εάν απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις ή μέτρα ελάφρυνσης.


