Θα περίμενε κανείς με αυτά τα δεδομένα ότι η κυβέρνηση θα αναζητούσε τις βέλτιστες λύσεις με κάθε τρόπο. Στον αντίποδα, διαπιστώνεται μία γραφειοκρατική αβελτηρία που δεν δικαιολογείται. Συγκλίνουσες εκτιμήσεις αναφέρουν περίπου 725.000 κενά διαμερίσματα στην Ελλάδα, δηλαδή περίπου 13,5% του οικιστικού αποθέματος. Την ίδια στιγμή, η χώρα διαθέτει σχεδόν ανύπαρκτο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά, παρουσιάζεται ότι η Ελλάδα διαθέτει μόλις 4 κοινωνικές κατοικίες ανά 1.000 κατοίκους, όταν η Αυστρία εμφανίζεται με 274, η Γαλλία με 159, η Δανία με 90, η Ισπανία με 20 και η Πορτογαλία με 19. Ενώ, λοιπόν, υπάρχει το παράδειγμα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών αλλά και η πολύτιμη εμπειρία του παρελθόντος για την Ελλάδα, ουδέποτε τέθηκε στο τραπέζι η επανασύσταση του ΟΕΚ. Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας από το 1954 έως την κατάργησή του από την τρόικα το 2013 είχε δημιουργήσει περίπου 600 οικισμούς σε όλη τη χώρα, είχε κατασκευάσει και παραχωρήσει περίπου 50.000 κατοικίες, είχε στηρίξει περίπου 85.000 οικογένειες μέσω στεγαστικών προγραμμάτων, είχε εξυπηρετήσει περίπου 170.000 δικαιούχους δανείων και περίπου 120.000 οικογένειες ετησίως για 25 χρόνια μέσω ενοικίου. Σήμερα, αντί αυτό το θεσμικό και περιουσιακό απόθεμα να αξιοποιείται, οι συνδικαλιστές καταγγέλλουν πάνω από 150 κενές και διαθέσιμες κατοικίες του ΟΕΚ χωρίς ιδιοκτήτη, οι οποίες παραμένουν κλειστές επί χρόνια. Πρόκειται για κατοικίες που θα μπορούσαν να δοθούν άμεσα σε οικογένειες με πραγματική ανάγκη. Την ίδια στιγμή, αρχίζει να υλοποιείται η εξαγγελία για την Κοινωνική Αντιπαροχή, όπου παρουσιάζεται στόχος περίπου 400 διαμερισμάτων. Από αυτά, όμως, μόνο περίπου 130 διαμερίσματα, δηλαδή 32,5%, προορίζονται για κοινωνική διάθεση, ενώ περίπου 270 διαμερίσματα, δηλαδή 67,5%, οδηγούνται σε όρους αγοράς. Η παράδοση τοποθετείται, σύμφωνα με τις εξαγγελίες των αρμόδιων υπουργείων, γύρω στο 2028. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα έλλειψης πόρων, αλλά πρόβλημα κατεύθυνσης των πόρων. Περίπου 3 δισ. ευρώ δεσμεύονται κυρίως για αγορά κατοικίας μέσω προγραμμάτων όπως το «Σπίτι μου Ι» και το «Σπίτι μου ΙΙ». Το «Σπίτι μου Ι» αντιστοιχεί περίπου σε 1 δισ. ευρώ, ενώ το «Σπίτι μου ΙΙ» περίπου σε 2 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, περίπου 350 εκατ. ευρώ κατευθύνονται σε επίδομα στέγασης, περίπου 224,5 εκατ. ευρώ στην επιστροφή ενοικίου για το 2026, ενώ οι πόροι για πραγματική παραγωγή κοινωνικής στέγης παραμένουν κάτω από 100 εκατ. ευρώ. Το κερασάκι στην τούρτα; Η δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι εξετάζεται τρόπος να βρεθούν κονδύλια για μία τρίτη εκδοχή του προγράμματος αυτού -ένα «Σπίτι μου 3»- που λίγο βοήθησε στη θεραπεία της στεγαστικής κρίσης, καθώς τα δύο προηγούμενα οδήγησαν σε διψήφιες αυξήσεις τιμών για τα ακίνητα.
Επισκέψεις:
Κυβερνητική εμμονή σε λάθος λύσεις
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Οικονομία – Ράδιο Γάμμα – Πάτρα .


