
Ζημία ύψους 1,254 δισ. ευρώ έδειξαν οι οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Οι τόκοι-έξοδα το 2025 ήταν πολύ χαμηλότεροι από ό,τι το 2024. Η μείωση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη σημαντική μείωση των τόκων-εξόδων επί της καθαρής υποχρέωσης της ΕΚΤ στο πλαίσιο του TARGET, κυρίως λόγω της εφαρμογής χαμηλότερου μέσου επιτοκίου εκτοκισμού (2025: 2,3%, 2024: 4,1%), μετά τις μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και, σε μικρότερο βαθμό, την εφαρμογή του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων ως βάσης για τον εκτοκισμό αντί του επιτοκίου των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης. Επιπλέον, στη μείωση αυτή συνέβαλαν και τα χαμηλότερα υπόλοιπα στο TARGET, τα οποία αποδίδονται στη λήξη τίτλων διακρατούμενων για σκοπούς νομισματικής πολιτικής. Η εφαρμογή χαμηλότερου μέσου επιτοκίου εκτοκισμού οδήγησε επίσης σε μείωση των τόκων-εσόδων επί των απαιτήσεων που συνδέονται με την κατανομή των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων ευρώ και των τόκων που οφείλονται στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα προς την ΕΚΤ συναλλαγματικά διαθέσιμα. Ενώ οι τόκοι-έσοδα επί των συναλλαγματικών διαθεσίμων μειώθηκαν, κυρίως λόγω των χαμηλότερων τόκων-εσόδων από τίτλους σε δολάρια ΗΠΑ, οι τόκοι-έσοδα επί τίτλων που διακρατούνται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητοι σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Οι αποσβέσεις από μεταβολές τιμών συναλλάγματος ανήλθαν σε 1.316 εκατ. ευρώ (2024: 81 εκατ. ευρώ), προερχόμενες κυρίως από την υποτίμηση του γιεν Ιαπωνίας που οδήγησε σε μείωση της αξίας των σχετικών διαθεσίμων στο νόμισμα αυτό. Αυτές οι αποσβέσεις αντισταθμίστηκαν εν μέρει από πραγματοποιηθέντα κέρδη από μεταβολές τιμών συναλλάγματος που προέκυψαν κυρίως από τον τυπικό επανακαθορισμό της σύνθεσης των συναλλαγματικών διαθεσίμων της ΕΚΤ. Οι συνολικές δαπάνες προσωπικού μειώθηκαν σε 809 εκατ. ευρώ (2024: 844 εκατ. ευρώ), κυρίως λόγω της μείωσης των δαπανών που συνδέονται με μετεργασιακές και λοιπές μακροπρόθεσμες παροχές. Οι λοιπές λειτουργικές δαπάνες μειώθηκαν ελαφρώς σε 619 εκατ. ευρώ (2024: 626 εκατ. ευρώ), κυρίως λόγω των χαμηλότερων αποσβέσεων. Τα έσοδα από εποπτικά τέλη (τα οποία επιβάλλονται στις εποπτευόμενες τράπεζες για την κάλυψη των δαπανών της ΕΚΤ στο πλαίσιο της άσκησης των εποπτικών καθηκόντων της) ανήλθαν σε 690 εκατ. ευρώ (2024: 681 εκατ. ευρώ). Το μέγεθος του ισολογισμού της ΕΚΤ μειώθηκε κατά 37 δισ. ευρώ σε 603 δισ. ευρώ (2024: 641 δισ. ευρώ), αντανακλώντας κυρίως τη σταδιακή μείωση των τίτλων που διακρατούνται στο πλαίσιο των προγραμμάτων APP και PEPP λόγω εξοφλήσεων. Στο τέλος του 2025 το μέγεθος του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος, ο οποίος περιλαμβάνει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και της ΕΚΤ έναντι τρίτων μερών, ήταν 6.293 δισεκ. ευρώ (2024: 6.421 δισεκ. ευρώ). Η συρρίκνωση σε σύγκριση με το 2024 οφειλόταν στη μείωση των τίτλων που διακρατούνται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής σε 3.745 δισεκ. ευρώ (2024: 4.283 δισεκ. ευρώ), κυρίως λόγω εξοφλήσεων. Οι τίτλοι που διακρατούνται στο πλαίσιο του προγράμματος APP μειώθηκαν κατά 351 δισεκ. ευρώ σε 2.322 δισεκ. ευρώ, ενώ οι τίτλοι που διακρατούνται στο πλαίσιο του PEPP μειώθηκαν κατά 186 δισεκ. ευρώ σε 1.423 δισεκ. ευρώ. Αυτή η μείωση αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση του ισοτίμου σε ευρώ της αξίας του χρυσού που διακρατεί το Ευρωσύστημα σε 1.274 δισεκ. ευρώ (2024: 872 δισεκ. ευρώ) λόγω της ανόδου της αγοραίας τιμής του χρυσού σε όρους ευρώ.
Ενοποιημένος ισολογισμός του Ευρωσυστήματος


